Οἱ ἑορτὲς τοῦ δωδεκαημέρου, ὅπως ὀνομάζονται οἱ ἡμέρες τῶν ἑορτῶν τῶν Χριστουγέννων ἕως καὶ τῶν Θεοφανίων, ἀποτελοῦν ἕνα σημαντικὸ ἑορτολογικὸ σταθμὸ στὴ συνείδηση τῶν ὀρθοδόξων νεοελλήνων. Γιὰ τοὺς πιστοὺς αὐτὴ ἡ ἁγία περίοδος εἶναι εὐκαιρία γιὰ πνευματικὴ ἀνάταση καὶ περισυλλογή.
Γιὰ τὴ συντριπτικὴ ὅμως πλειοψηφία τῶν ἀνθρώπων ὅμως εἶναι εὐκαιρία γιὰ ἐφήμερες κοσμικὲς καὶ φτηνὲς ἐνασχολήσεις. Ὑπὸ τὴν ἐπίδραση τῆς δυτικοευρωπαϊκής κοσμικῆς καὶ ὑλιστικῆς κουλτούρας παραμερίστηκε τὸ πνευματικὸ νόημα τῶν ἁγίων αὐτῶν ἑορτῶν καὶ δόθηκε προτεραιότητα σὲ κάθε εἴδους καταναλωτισμοῦ καὶ ὑλικῶν ἀπολαύσεων. Τὰ Χριστούγεννα εἶναι γι’ αὐτοὺς συνώνυμα πιὰ μὲ τὸ ἐμπόριο καὶ τὴν ψυχαγωγία. Ὄχι βέβαια πὼς καὶ αὐτὰ δὲν εἶναι μέρος τῆς ζωῆς μας καὶ θὰ πρέπει νὰ ἐξοβελιστοῦν ἀπὸ αὐτή, ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ ἀσκοῦνται μὲ μέτρο καὶ νὰ δίδεται προτεραιότητα στὴν οὐσία ποὺ εἶναι ὁ ἑορτασμός του πιὸ σπουδαίου γεγονότος τῆς ἀνθρώπινης ἱστορίας, τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου, ὡς ὑπέρτατη δωρεὰ τοῦ θείου ἐλέους γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ ὁλόκληρη τὴ δημιουργία.
Τὸ κύριο «πρόσωπο» τῆς ἐμπορικῆς δραστηριότητας αὐτῶν τῶν ἡμερῶν εἶναι ὁ «Αϊ-Βασίλης», ὁ γνωστὸς σὲ ὅλους μᾶς στρουμπουλός καλοσυνάτος γέρος, μὲ τὰ κόκκινα ροῦχα, ὁ ὁποῖος φορτωμένος μὲ σάκο ἔρχεται κάπου ἀπὸ τὸν ἀρκτικὸ Βορρᾶ καὶ μοιράζει (ὑποτίθεται) δῶρα στὰ παιδιά. Σὲ τηλεοπτικὲς διαφημίσεις μάλιστα οἱ ἀδίστακτοι ἔμποροι ἔφτασαν σὲ σημεῖο νὰ τὸν παρουσιάζουν ἀκόμα καὶ σὲ προκλητικὲς καὶ ἁμαρτωλὲς σκηνές, πρᾶγμα ἀπαράδεκτο γιὰ ἅγιο τῆς Ἐκκλησίας μας.
Ἔχει τονισθεῖ πολλὲς φορὲς ἀπὸ ἐκκλησιαστικοὺς παράγοντες πὼς ὁ ἀπίθανος αὐτὸς τύπος, πλάσμα τῆς φαντασίας τῶν δυτικοευρωπαίων, δὲν ἔχει καὶ οὔτε μπορεῖ νὰ ἔχει σχέση μὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς σεβάσμιους καὶ σοβαροὺς ἁγίους τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, παρόλο ποὺ αὐτὸς φέρει ὀνόματα ἐπιφανῶν ἁγίων μας, ὅπως τοῦ ἁγίου Νικολάου στοὺς ξένους (Santa Claus) καὶ τοῦ ἁγίου Βασιλείου σέ μας. Πρόσφατες ἔρευνες ἀπέδειξαν πὼς ἡ προέλευση αὐτοῦ τοῦ περίεργου πλάσματος τῶν Χριστουγέννων ἔχει τὶς ρίζες του στὴν προχριστιανικὴ παγανιστικὴ ἀρχαιότητα. Στοὺς ἀρχαίους Ἕλληνες ὁ πληθωρικὸς Ποσειδῶν καὶ στοὺς Λατίνους ὁ ἀντίστοιχος Νέπτων «ἔφερναν» δῶρα στοὺς ἀνθρώπους. Στοὺς βορείους λαοὺς μοίραζε δῶρα ὁ γέρο – Χειμῶνας. Στὴ μεσαιωνικὴ Ἰταλία ἔφερνε τὰ δῶρα ἡ γριά – Μπεφάνα. Μὲ ἄλλα λόγια ἡ «μασκότ» τῶν Χριστουγέννων, ὁ «Αϊ-Βασίλης», εἶναι ἕνα ξωτικό, μιὰ παγανιστικὴ φανταστικὴ φιγούρα, ἡ ὁποία ἔγινε ἀναπόσπαστο μέρος τῆς καταναλωτικῆς μανίας αὐτῶν τῶν ἡμερῶν.
Εἶναι γνωστὸ πὼς ἡ καθιέρωση τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων ἔγινε τὸν Δ’ μ .Χ. αἰῶνα στὴ Δύση καὶ στὴν Ἀνατολὴ στὶς ἀρχὲς τοῦ Ἔ’ μ .Χ. αἰῶνα, κυρίως σὲ ἀντικατάσταση τῆς μεγάλης εἰδωλολατρικῆς ἑορτῆς τοῦ «Ἀήττητου Ἥλιου», τοῦ στρατιωτικοῦ ἰρανικοῦ θεοῦ Μίθρα, ὁ ὁποῖος ἑορτάζονταν μὲ μεγαλοπρέπεια στὶς 25 Δεκεμβρίου σὲ ὁλόκληρη τὴ Ρωμαϊκὴ Αὐτοκρατορία. Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας ὅρισαν τὴν ἡμέρα αὐτὴ ὡς τὴν ἡμέρα γέννησης τοῦ Χριστοῦ, τοῦ νοητοῦ Ἡλίου τῆς Δικαιοσύνης, καταφέρνοντας ἔτσι σὲ μικρὸ χρονικὸ διάστημα νὰ ἐξοβελιστεῖ ἡ εἰδωλολατρικὴ ἑορτὴ καὶ νὰ ἐπικρατήσει ἡ χριστιανική. Ὅμως οἱ ἰσχυρὲς συνήθειες τοῦ εἰδωλολατρικοῦ παρελθόντος δὲν ἦταν εὔκολο νὰ ἀποκοποῦν ἀπὸ τὴν ψυχὴ τῶν ἀνθρώπων, γι’ αὐτὸ πολλὰ παγανιστικὰ στοιχεῖα δευτερευούσης σημασίας μεταλλάχτηκαν καὶ ἐντάχθηκαν στὴ νέα πίστη καὶ κυρίως ὡς φολκλόρ στὶς λαμπρὲς πλέον χριστιανικὲς ἑορτές. Στὴν προκείμενη περίπτωση ὁ προχριστιανικὸς καλοσυνάτος γέρος ἔλαβε χριστιανικὸ ὄνομα καὶ ἐντάχθηκε στὴ λαϊκὴ ψυχὴ ὡς ἀναπόσπαστο μέρος τῆς θρησκευτικότητάς της.
Τὰ ὀνόματα ποὺ ἔλαβε, εἴτε τοῦ ἁγίου Νικολάου, εἴτε τοῦ ἁγίου Βασιλείου δὲν εἶναι τυχαῖα. Οἱ δύο αὐτοὶ σημαντικοὶ ἅγιοι τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας μας ὑπῆρξαν μεγάλοι ἀνθρωπιστὲς καὶ κοινωνικοὶ ἐργάτες τῆς κοινωνίας. Ἡ ἄσκηση τῆς φιλανθρωπίας ἀπὸ τὸν ἅγιο Νικόλαο, ἐπίσκοπο Μύρων τῆς Λυκίας (+340) ὑπῆρξε παροιμιώδης. Τὸ ἱερό του συναξάρι εἶναι γεμᾶτο ἀπὸ ἄπειρα περιστατικὰ πραγματικῆς βοήθειας τῶν αναξιοπαθούντων ἀνθρώπων τῆς εὐρύτερης περιοχῆς τῆς ἐπισκοπῆς του καὶ ἀπὸ ἄτεγκτους ἐλέγχους κατὰ τῶν ἀδίκων ἰσχυρῶν. Γιὰ τοὺς πιστοὺς ὀρθοδόξους ὁ ἅγιος Νικόλαος εἶναι ὁ ἅγιος τῆς καλοσύνης, τοῦ ἐλέους καὶ τῆς φιλανθρωπίας. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἅγιος Βασίλειος (+379) εἶναι ὁ κατεξοχὴν κοινωνικὸς θεωρητικὸς καὶ πρακτικὸς πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὁλόκληρη ἡ ζωή του ὑπῆρξε ἕνας συνεχὴς ἀγῶνας ἀνακούφισης τῆς ἀνθρώπινης ἔνδειας καὶ δυστυχίας. Ἡ περίφημη «Βασιλειάδα» τῆς Καππαδοκίας, ἔργο ζωῆς τοῦ ἁγίου καὶ πρότυπο φιλανθρωπικὸ ἵδρυμα γιὰ ὅλες τὶς ἐποχές, μαρτυρεῖ περίτρανα τὴν ὑπέρτατη προσφορὰ τοῦ κορυφαίου αὐτοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἄνδρα. Μέσα στή χριστιανικὴ συνείδηση οἱ δυὸ αὐτοὶ κοινωνικοὶ ἅγιοι πέρασαν ὡς οἱ ἀέναοι χορηγοὶ κάθε εἴδους φιλανθρωπίας καὶ γι’ αὐτὸ οἱ προχριστιανικοὶ μυθικοὶ διανομεῖς δώρων στοὺς ἀνθρώπους ἀντικαταστάθηκαν ἀπὸ αὐτούς.
Κατὰ τὴν γνώμη μου δὲν εἶναι κακό, κατ’ ἀρχήν, νὰ καλλιεργεῖται μέσα στήν λαϊκὴ ψυχὴ καὶ ἰδιαίτερα στὰ παιδιὰ ἡ ἰδέα ὅτι κάποιος ἅγιος μοιράζει καλοσύνη καὶ ἀγαθὰ στοὺς ἀνθρώπους. Ἡ σκληρὴ πραγματικότητα μᾶς κάνει νὰ ἔχουμε τὴν ἀνάγκη τῆς ἐξωπραγματικῆς καὶ μεταφυσικῆς βοήθειας. Ὁ «Αϊ-Βασίλης» εἶναι ὁ «ἀπὸ μηχανῆς θεὸς» ποὺ νικᾶ τὶς ἀντικειμενικὲς δυσκολίες, ὅπως εἶναι ἡ ἀνθρώπινη ἀνέχεια, καὶ φέρνει (ὑποτίθεται) τὴν εὐτυχία. Τὸ ἄσχημο τῆς ὑπόθεσης εἶναι πὼς ὁ εὐτραφὴς «Αϊ-Βασίλης», ὅπως εἰκονίζεται, δὲν ἔχει σχέση μὲ τὸν ασκητικότατο ἅγιο Βασίλειο, ὁ ὁποῖος πέθανε νέος, 49 ἐτῶν σκελετωμένος καὶ αποκαμωμένος ἀπὸ τὴν ἀέναη κοινωνικὴ ἐργασία καὶ προσφορά. Τὸ χειρότερο δὲ εἶναι πὼς ἡ εμπορευματοποίηση τῶν ἑορτῶν τῶν Χριστουγέννων μετέβαλλαν αὐτὸν τὸν μυθικὸ ἔστω «Αϊ – Βασίλη» σὲ μέσο διαφήμισης των πάσης φύσεως προϊόντων, ὅπως οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν, ἀκόμα καὶ … γυναικείων ἐσωρούχων!
Ζοῦμε δυστυχῶς σὲ ἐποχὴ ἔντονου καταναλωτισμοῦ. Ὕψιστη ἀξία εἶναι πλέον τὸ κέρδος, στὸ βωμὸ τοῦ ὁποίου θυσιάζονται τὰ πάντα. Πίστη στὸ Θεό, ἠθική, σεβασμὸς τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας εἶναι παράμετροι ὑποδεέστεροι τῆς οἰκονομικῆς ἀνάπτυξης, ποὺ εἶναι τὸ ὑπέρτατο ζητούμενο τοῦ σύγχρονου ἀνθρώπου. Ὁ σημερινὸς ἄνθρωπος ἐπιδιώκει νὰ καλύψει ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερες οἰκονομικὲς ἀνάγκες του, νομίζοντας ἐσφαλμένα ὅτι ἔτσι μπορεῖ νὰ ἱκανοποιήσει τὸ ὑπαρξιακὸ κενὸ ποὺ ἔχει στὴν ψυχή του. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὁ κύριος τοῦ κόσμου καὶ τῆς ἱστορίας, τοῦ ὁποίου τὴ θεία Γέννηση ἑορτάζουμε αὐτὲς τὶς ἡμέρες, εἶναι γιὰ ἐκεῖνον σχεδὸν ἄγνωστος. Ἡ λυτρωτικὴ Τοῦ δωρεὰ δὲν τὸν ἀγγίζει καθόλου. Γι’ αὐτὸ ἀρέσκεται σὲ λυτρωτικὰ ὑποκατάστατα ὅπως εἶναι ὁ μυθικὸς «Αϊ-Βασίλης» τῶν Χριστουγέννων. Αὐτὸς ὁ «ἅγιος» του ταιριάζει, διότι εἶναι πλασμένος κατ’ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσή του: καταναλωτικός, ἀνέμελος, απροβλημάτιστος, χαζοχαρούμενος… Εἶναι ὁ νέος τύπος – πρότυπο ἀνθρώπου τῆς «Νέας Ἐποχῆς», ὁ ὁποῖος λανσάρει τὸν απροβλημάτιστο (ζωώδη) βίο, ὑποταγμένο στὶς «ἐπιταγὲς» τῶν σύγχρονων καιρῶν καὶ ὁ ὁποῖος ἀναγάγει τὴν κατανάλωση ὡς ὕψιστη ἀξία. Τὸ εὐτραφὲς ξωτικό – καρικατούρα τῶν ἑορτῶν, ποὺ ἀκούει στὸ ὄνομα «Αϊ – Βασίλης», δείχνει τὸ δρόμο γιὰ ἕναν τέτοιο τρόπο ζωῆς, ἐπιφανειακὰ ὄμορφο καὶ φανταχτερό, κατὰ βάθος ὅμως φρικιαστικὸ καὶ ἀπάνθρωπο, προμηνύοντας τὸ μέλλον τοῦ κόσμου ζοφερὸ καὶ ἀβέβαιο!
Τόσο η ιστορία όσο η Εκκλησία υπήρξαν φειδωλές στον χαρακτηρισμό του «Μεγάλου». Ελάχιστοι έλαβαν τον τίτλο «Μέγας». Ένας από αυτούς υπήρξε ο κορυφαίος άγιος της Εκκλησίας μας Μέγας Βασίλειος, ο οποίος έλαβε επάξια αυτόν τον τίτλο, διότι σφράγισε με την προσωπικότητά του την ιστορία σε μια από τις κρισιμότερες ιστορικές φάσεις της ανθρωπότητας.
Γεννήθηκε το 330 στη Νεοκαισάρεια του Πόντου. Ο πατέρας του Βασίλειος ήταν ονομαστός ρήτορας της περιοχής και η μητέρα του Εμμέλεια ήταν απόγονος αριστοκρατικής ρωμαϊκής οικογένειας. Ήταν ένθερμοι Χριστιανοί. Σπουδαίο ρόλο στη ζωή του έπαιξε η γιαγιά του Μακρίνα, η οποία υπήρξε μαθήτρια του αγίου Γρηγορίου Νεοκαισαρείας. Αυτή τον μύησε στην χριστιανική ευσέβεια. Στην οικογένεια υπήρχαν άλλα οκτώ παιδιά, τα περισσότερα είχαν αφιερωθεί στη διακονία της Εκκλησίας (Γρηγόριος Νύσσης, ασκητής Ναυκράτιος, μοναχή Μακρίνα, Πέτρος επίσκοπος Σεβάστειας).
Οι ευκατάστατοι γονείς τους φρόντισαν να δώσουν στα παιδιά τους, εκτός από την ευσέβεια και σπουδαία μόρφωση. Ο Βασίλειος διδάχτηκε τα πρώτα γράμματα από τον πατέρα του. Στη συνέχεια πήγε για σπουδές στην Καισάρεια της Καππαδοκίας και ακολούθως στην Κωνσταντινούπολη. Το 351έφτασε στην Αθήνα για να τελειοποιήσει τις σπουδές του στη γεωμετρία, την αστρονομία, την φιλοσοφία, την ρητορική, την ιατρική και την γραμματική.
Οι σπουδές του διήρκησαν τεσσεράμισι χρόνια ως το 355. Εκεί συνδέθηκε με αδελφική φιλία με τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό και τον Ιουλιανό, τον μετέπειτα αυτοκράτορα. Διέφερε από όλους τους άλλους φοιτητές για τις αρετές του και την αυστηρή ασκητική ζωή του. Λέγεται πως ο καθηγητής του Εύβουλος εντυπωσιάστηκε από αυτόν και ασπάστηκε τον Χριστιανισμό. Μαζί με το Γρηγόριο είχαν ιδρύσει στην κατείδωλη Αθήνα χριστιανικό φοιτητικό όμιλο και είχαν σημαντική ιεραποστολική δράση.
Το 356 επέστρεψε στη Νεοκαισάρεια και άσκησε για λίγο το επικερδές επάγγελμα του δικηγόρου και του δασκάλου της ρητορικής. Το 358, ύστερα από το θάνατο του αδελφού του Ναυκράτιου και την παρότρυνση της αδελφής του Μακρίνας, αφού έλαβε το Άγιο Βάπτισμα, αποφάσισε να ακολουθήσει τη μοναχική ζωή και να αφιερωθεί στην υπηρεσία της Εκκλησίας. Αφού μοίρασε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του στους φτωχούς και στην Εκκλησία, ξεκίνησε μεγάλη περιοδεία σε ονομαστά μοναστικά κέντρα της Μ. Ασίας, Συρίας, Αιγύπτου και Μεσοποταμίας για να γνωρίσει αγίους ασκητές και να μυηθεί στην αληθινή μοναχική ζωή. Το 360 αποσύρθηκε μαζί με τον φίλο του Γρηγόριο Ναζιανζηνό σε ερημητήριο στον Πόντο, στις όχθες του Ίρη ποταμού να μονάσουν. Εκεί έμεινε ως το 363 προσευχόμενος και συγγράφοντας τα σημαντικότερα έργα του και μαζί τους περίφημους «Κανονισμούς δια τον μοναχικόν βίον», οι οποίοι έγιναν ο οδηγός του κατοπινού κοινοβιακού μοναχισμού.
Η φήμη της αγιότητάς του έφτασε ως την Καισάρεια της Καππαδοκίας. Ο επίσκοπος Ευσέβιος τον κάλεσε και τον χειροτόνησε πρεσβύτερο. Ο Βασίλειος επέδειξε τεράστια ποιμαντική και φιλανθρωπική δράση. Κατά τον φοβερό λιμό του 367-368 έσωσε από βέβαιο θάνατο όλους τους φτωχούς της ευρύτερης περιοχής της Καισάρειας. Το 370, όταν πέθανε ο Ευσέβιος και κατ’ επιταγή του λαού, εκλέχτηκε αρχιεπίσκοπος Καισαρείας. Ως επίσκοπος πλέον ο Βασίλειος, εγκαινιάζει ένα κολοσσιαίων διαστάσεων ποιμαντικό και κοινωνικό έργο. Ανέλαβε δράση κατά των αιρετικών αρειανών, οι οποίοι είχαν την υποστήριξη του αρειανόφρονα αυτοκράτορα Ουάλη. Αντιμετώπισε με σθένος και αποτελεσματικότητα την απόπειρα του Ουάλη και των ομοφρόνων του, να επιβάλουν στην επισκοπή του τον αιρετικό αρειανισμό. Παράλληλα καθάρισε την Εκκλησία από αναξίους κληρικούς.
Αξιοθαύμαστο και πρωτόγνωρο για την εποχή του υπήρξε το κοινωνικό έργο του. Ίδρυσε την περίφημη «Βασιλειάδα», ένα τεράστιο συγκρότημα ευποιΐας, το οποίο περιλάμβανε νοσοκομείο, ορφανοτροφείο, πτωχοκομείο, επαγγελματικές σχολές, κλπ. Μέσα σε αυτό έβρισκαν καταφύγιο και βοήθεια χιλιάδες άνθρωποι, ανεξάρτητα αν ήταν ή όχι Χριστιανοί. Πλήθος εθελοντών προσέφεραν τις υπηρεσίες τους και ανάμεσά τους ο άγιος Επίσκοπος Βασίλειος, εργαζόταν ως ιατρός.
Τιτάνιο υπήρξε επίσης και το συγγραφικό του έργο. Υπήρξε δεινός θεολόγος και μέγας συγγραφέας, του οποίου το έργο αποτελεί μέχρι σήμερα πρωτοπόρο. Τα έργα του διακρίνονται σε δογματικά, θεολογικά, ερμηνευτικά, επιστολές κλπ. Ένα από τα γνωστότερα έργα του υπήρξε η «Ερμηνεία εις την Εξαήμερον», στην οποία είναι αποτυπωμένη η σπάνια ευρυμάθειά του. Γνωστό επίσης έργο του είναι η ομώνυμή του «Θεία Λειτουργία», η οποία τελείται δέκα φορές το χρόνο (τις πέντε Κυριακές της Μ. Τεσσαρακοστής, την παραμονή των Χριστουγέννων, την παραμονή των Φώτων, την Μ. Πέμπτη, το Μ. Σάββατο και την 1η Ιανουαρίου). Τα πολυπληθή θεολογικά έργα του ιερού Πατρός αποτελούν για την Εκκλησία και την κατοπινή θεολογική επιστήμη, ανεκτίμητη παρακαταθήκη.
Η αυστηρή ασκητική ζωή του και η εξαντλητική του εργασία κλόνισαν σοβαρά την εύθραυστη υγεία του. Στις 31 Δεκεμβρίου του 379 πέθανε σε ηλικία μόλις 49 ετών. Η κηδεία του έγινε την 1η Ιανουαρίου του 380, με τη συμμετοχή αμέτρητου πλήθους Χριστιανών, εθνικών και Ιουδαίων, οι οποίοι θρηνούσαν απαρηγόρητοι για τον χαμό του μεγάλου Ιεράρχη και προστάτη τους. Η μνήμη του εορτάζεται την 1η Ιανουαρίου. Ο Μ. Βασίλειος ανήκει στους μεγάλους άνδρες της ιστορίας. Έζησε σε μια εποχή που ο παλιός ειδωλολατρικός κόσμος έδυε οριστικά και ένας νέος κόσμος, ο χριστιανικός ανέτειλε. Αυτός, μαζί με τους άλλους μεγάλους Πατέρες του 4ου μ. Χ. αιώνα, υπήρξε ένας από τους φορείς αυτού του νέου κόσμου. Και ακόμη περισσότερο: ο μεγάλος αυτός άνδρας, συνέβαλε καθοριστικά στην ομαλή μετάβαση στην νέα πολιτισμική πραγματικότητα. Αξιολόγησε με θαυμαστό τρόπο τα θετικά στοιχεία του αρχαίου κόσμου, τα οποία ενέταξε στη νέα πίστη και στον νέο αναδυόμενο χριστιανικό πολιτισμό. Χρησιμοποίησε με καταπληκτική δεξιότητα την αρχαιοελληνική φιλοσοφική σκέψη και τον πλούτο της ελληνικής γλώσσας, μέσω των οποίων εξέφρασε τις αιώνιες και σώζουσες αλήθειες της Θείας Αποκαλύψεως. Υπήρξε, τέλος, ο κατ’ εξοχήν θεοφόρος Πατέρας της Εκκλησίας, ο οποίος κατέστησε την χριστιανική πίστη τρόπο ζωής και πολιτείας και τους πιστούς αληθινό «βασίλειον ιεράτευμα», όπως ψάλλουμε στο απολυτίκιο της εορτής του!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου